πολιορκία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πολιορκία | πολιορκίες |
| γενική | πολιορκίας | πολιορκιών |
| αιτιατική | πολιορκία | πολιορκίες |
| κλητική | πολιορκία | πολιορκίες |
[
]
Ετυμολογία
- πολιορκία < αρχαία ελληνική πολιορκία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɔ.li.ɔɾ.ˈci.a/
[
]
Ουσιαστικό
πολιορκία θηλυκό
- ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
- (μεταφορικά) η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο
- (μεταφορικά) η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο