πολύγωνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πολύγωνο | πολύγωνα |
| γενική | πολυγώνου | πολυγώνων |
| αιτιατική | πολύγωνο | πολύγωνα |
| κλητική | πολύγωνο | πολύγωνα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
πολύγωνο ουδέτερο
- (μαθηματικά) γεωμετρικό σχήμα που αποτελείται από μια κλειστή τεθλασμένη γραμμή