ρόκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ρόκα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ρόκα θηλυκό
- (βοτανική) το κοινό όνομα του φυτού Eruca sativa· ποώδες με άσπρα άνθη, τα φύλλα του τρώγονται σε σαλάτες
- ένα όργανο χειροτεχνίας, αλλιώς ηλακάτη