σαγήνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαγήνη σαγήνες
γενική σαγήνης σαγηνών
αιτιατική σαγήνη σαγήνες
κλητική σαγήνη σαγήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαγήνη < ελληνιστική κοινή σαγήνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαγήνη θηλυκό

  • η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους
    Ο χώρος, αλλιώς το δύσβατο βουνό, δαμασμένο ωστόσο οικιστικά και συγκοινωνιακά από παλιούς χρόνους, με τους κινδύνους του και τις σαγήνες αλλά και με τα καταφύγιά του και το οργανωμένο τοπικό σύστημα πληροφοριοδότησης πέτρα και δάσος, βράχοι και πλάκες, σάρες, αλλά και διάσελα, σπίτια πέτρινα και καλύβια, κήποι πεζούλες και λογγές. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι
Γενική σαγήνης σαγήναιν σαγηνῶν
Δοτική σαγήν σαγήναιν σαγήναις
Αιτιατική σαγήνην σαγήνα σαγήνας
Κλητική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαγήνη < αρχαία ελληνική σαγήνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαγήνη θηλυκό

  1. δίχτυ
  2. είδος πολεμικού πλοίου
  3. είδος αλιευτικού πλοίου
  4. είδος ιστιοφόρου πλοίου



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι
Γενική σαγήνης σαγήναιν σαγηνῶν
Δοτική σαγήν σαγήναιν σαγήναις
Αιτιατική σαγήνην σαγήνα σαγήνας
Κλητική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαγήνη < → Η ετυμολογία λείπει. (προελληνική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαγήνη θηλυκό

  1. αλιευτικό δίχτυ
  2. κυνηγετικό δίχτυ
  3. υμένας στην περιοχή της κοιλιάς και των εντέρων

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[]