σαρδόνιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σαρδόνιος < σαρδάνιος και σαρδόνιος (λατιν. sardonius), από την ονομασία του φυτού "σαρδάνη".
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /saɾ.ˈðɔ.ni.ɔs/
Επίθετο [
]
σαρδόνιος, -ια, -ιο
- Ο υποκριτικά ή σαρκαστικά γελών. Ακόμη και ο μορφασμός του προσώπου,του οποίου οι μύες συσπώνται, προσομοιούμενοι γέλιου, εφόσον έχει καταναλωθεί "σαρδάνη", ένα φυτό που συναντάται στη Σαρδινία.