σκουριασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σκουριασμένος σκουριασμένη σκουριασμένο
γενική σκουριασμένου σκουριασμένης σκουριασμένου
αιτιατική σκουριασμένο σκουριασμένη σκουριασμένο
κλητική σκουριασμένε σκουριασμένη σκουριασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκουριασμένοι σκουριασμένες σκουριασμένα
γενική σκουριασμένων σκουριασμένων σκουριασμένων
αιτιατική σκουριασμένους σκουριασμένες σκουριασμένα
κλητική σκουριασμένοι σκουριασμένες σκουριασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκουριασμένος. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκουριάζω

Open book 01.svg Μετοχή[]

σκουριασμένος, -η, -ο

  1. που έχει σκουριάσει, έχει οξειδωθεί
  2. (μεταφορικά) που έχει παλιές, απαρχαιωμένες αντιλήψεις σε κοινωνικά ζητήματα ή σε ζητήματα της δουλειάς, έχει "μείνει πίσω", δεν έχει επιμορφωθεί με τις νέες εξελίξεις επαγγελματικά
    Παλιά μυαλά, σκουριασμένα, δε μπορείς να συνεννοηθείς

32πχ Μεταφράσεις[]