τέρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέρας τέρατα
γενική τέρατος τεράτων
αιτιατική τέρας τέρατα
κλητική τέρας τέρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέρας < αρχαία ελληνική τέρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέρας ουδέτερο

  1. ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
  2. ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ υπερβολικό:
    είναι τέρας ευφυΐας
  4. (μεταφορικά) αντικείμενο πάρα πολύ μεγάλο και άσχημο

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέρας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέρας ουδέτερο

  1. προφητικό σημάδι, διοσημίες
  2. (γενικότερα) σημείο στον ουρανό (αστέρι, ουράνιο τόξο, μετέωρο κλπ)
  3. τέρας