τέρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τέρας | τέρατα |
| γενική | τέρατος | τεράτων |
| αιτιατική | τέρας | τέρατα |
| κλητική | τέρας | τέρατα |
Ετυμολογία [
]
- τέρας < αρχαία ελληνική τέρας
Ουσιαστικό [
]
τέρας ουδέτερο
- ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
- ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό
- (μεταφορικά) κάτι πολύ υπερβολικό:
- είναι τέρας ευφυΐας
- (μεταφορικά) αντικείμενο πάρα πολύ μεγάλο και άσχημο
Εκφράσεις [
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
ανύπαρκτο, μεγάλο και τρομακτικό ζώο
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- τέρας < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
τέρας ουδέτερο
- προφητικό σημάδι, διοσημίες
- (γενικότερα) σημείο στον ουρανό (αστέρι, ουράνιο τόξο, μετέωρο κλπ)
- τέρας