υγρασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υγρασία | - |
| γενική | υγρασίας | - |
| αιτιατική | υγρασία | - |
| κλητική | υγρασία | - |
Ετυμολογία [
]
- υγρασία < αρχαία ελληνική ὑγρασία < ὑγραίνω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /i.ɣɾa.ˈsi.a/
Ουσιαστικό [
]
υγρασία θηλυκό μόνο στον ενικό
- (μετεωρολογία) η αυξημένη ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα
- το πόσο υγρό είναι ένα μέρος ή αντικείμενο
- τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται σε μια επιφάνεια ή το σάπισμα από αυτά σε τοίχο