υγρασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υγρασία -
γενική υγρασίας -
αιτιατική υγρασία -
κλητική υγρασία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υγρασία < αρχαία ελληνική ὑγρασία < ὑγραίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ɣɾa.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υγρασία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (μετεωρολογία) η αυξημένη ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα
  2. το πόσο υγρό είναι ένα μέρος ή αντικείμενο
  3. τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται σε μια επιφάνεια ή το σάπισμα από αυτά σε τοίχο

32πχ Μεταφράσεις[]