υπάρχω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- υπάρχω < αρχαία ελληνική ὑπάρχω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
υπάρχω
- έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα
- σκέφτομαι, άρα υπάρχω
- ζω
- σε άλλους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι;
- υφίσταμαι
- έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον
- βρίσκομαι κάπου
- μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά;
- (στον αόριστο, με κατηγορούμενο) διατελώ, είμαι
- ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου
- έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό
- το παρελθόν δεν υπάρχει πια για μένα
Εκφράσεις [
]
- δεν υπάρχει περίπτωση! : με κανένα τρόπο, αποκλείεται
- υπάρχει τρόπος : γίνεται
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
υπάρχω
|