υποψήφιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | υποψήφιος | υποψήφια | υποψήφιο |
| γενική | υποψήφιου | υποψήφιας | υποψήφιου |
| αιτιατική | υποψήφιο | υποψήφια | υποψήφιο |
| κλητική | υποψήφιε | υποψήφια | υποψήφιο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | υποψήφιοι | υποψήφιες | υποψήφια |
| γενική | υποψήφιων | υποψήφιων | υποψήφιων |
| αιτιατική | υποψήφιους | υποψήφιες | υποψήφια |
| κλητική | υποψήφιοι | υποψήφιες | υποψήφια |
[
]
Ετυμολογία
- υποψήφιος < μεσαιωνική ελληνική ὑπό + ψῆφος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.ɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.a/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.ɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
υποψήφιος, -α, -ο
- που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας
- υποψήφιος βουλευτής
- (κατ' επέκταση) που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι
- υποψήφιος ενοικιαστής
- (ειδικότερα) που συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση
- οι υποψήφιοι φιλόλογοι