φάτνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φάτνη < αρχαία ελληνική φάτνη και πάθνη (σκαφίδιο για την τροφή ζώων) < πιθανόν από το ρήμα πατέομαι (τρώω κάτι μαζί με άλλους)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φάτνη (3)

φάτνη θηλυκό

  1. (λόγιο) το παχνί, η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων
  2. (κοινά) η φάτνη που χρησιμοποιήθηκε για κούνια του νεογέννητου Χριστού
  3. (κατ’ επέκταση) κάθε αναπαράσταση του στάβλου που γεννήθηκε ο Χριστός, στην οποία συνυπάρχουν τουλάχιστον το Θείο Βρέφος και η Παναγία

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φάτνη θηλυκό

  1. η φάτνη, η ταΐστρα των ζώων
    καὶ τὴν σκηνὴν τὴν Μαρδονίου οὗτοι ἦσαν οἱ διαρπάσαντες͵ τά τε ἄλλα ἐξ αὐτῆς καὶ τὴν φάτνην τῶν ἵππων͵ ἐοῦσαν χαλκέην πᾶσαν καὶ θέης ἀξίην. Τὴν μέν νυν φάτνην ταύτην τὴν Μαρδονίου ἀνέθεσαν ἐς τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης Τεγεῆται (Ηρόδοτος, 9.70)
  2. το φάτνωμα
  3. το φατνίο (των σιαγόνων)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]