φάτνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φάτνη < αρχαία ελληνική φάτνη και πάθνη (σκαφίδιο για την τροφή ζώων) < πιθανόν από το ρήμα πατέομαι (τρώω κάτι μαζί με άλλους)
Ουσιαστικό [
]
φάτνη θηλυκό
- (λόγιο) το παχνί, η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων
- (κοινά) η φάτνη που χρησιμοποιήθηκε για κούνια του νεογέννητου Χριστού
- (κατ' επέκταση) κάθε αναπαράσταση του στάβλου που γεννήθηκε ο Χριστός, στην οποία συνυπάρχουν τουλάχιστον το Θείο Βρέφος και η Παναγία
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ουσιαστικό [
]
φάτνη θηλυκό
- η φάτνη, η ταΐστρα των ζώων
- καὶ τὴν σκηνὴν τὴν Μαρδονίου οὗτοι ἦσαν οἱ διαρπάσαντες͵ τά τε ἄλλα ἐξ αὐτῆς καὶ τὴν φάτνην τῶν ἵππων͵ ἐοῦσαν χαλκέην πᾶσαν καὶ θέης ἀξίην. Τὴν μέν νυν φάτνην ταύτην τὴν Μαρδονίου ἀνέθεσαν ἐς τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης Τεγεῆται (Ηρόδοτος, 9.70)
- το φάτνωμα
- το φατνίο (των σιαγόνων)