- αγγλικά : tooth (en) (en)
- αραβικά : سِنّ (ar) (sinn)
- βουλγαρικά : зъб (bg) (zəb) m, зъби (zəbi)
- βρετονικά : dant (br) α , dent (1)
- γαλλικά : dent (fr) θηλυκό (1,2,3)
- γερμανικά : Zahn (de) α , Zähne (1,3), Sägezahn (2)
- γκουαρανί : ãi (gn) (t-) (1)
- δανικά : tand (da) κ , tänder (1,2)
- εβραϊκά : שן (he) (shén) θηλυκό (1)
- εσθονικά : hammas (et)* (1)
- ιαπωνικά : 歯 (ja) (は, ha) (1)
- χίντι : दांत़ (hi) (daant) α (1,2,3)
- ινδονησιακά : gigi (id) (1)
- ιντερλίνγκουα : dente#Interlingua (ia) (1)
- ισπανικά : diente (es) αρσενικό (1,2,3)
- ιταλικά : dente#Italian (it) αρσενικό (1)
- κινεζικά : 牙齒 (zh) (yáchǐ)
- κορεατικά : 이 (ko) (i) (1), 이빨 (ippal) (1)
- κουρδικά : didan (ku) , diran m
- κροατικά : zub (hr) αρσενικό, zubi
|
|
- Πρότυπο:lkt : hi (lkt)
- λατινικά : dens (la) , dentis
- νορβηγικά : tann (no) κοινό (1,2)
- ολλανδικά : tand (nl) αρσενικό (1,2,3), zaagtand αρσενικό (2
- ουγγρικά : fog (hu)
- ουκρανικά : зуб (uk) (zub) αρσενικό, зуби (zúby) (1)
- πολωνικά : ząb (pl) αρσενικό, zęby (1)
- πορτογαλικά : dente (pt) αρσενικό (1)
- ρουμανικά : dinte (ro)
- ρωσικά : зуб (ru) (zub) αρσενικό, зубы (zúby) (1)
- σερβικά : зуб (sr) (zub) αρσενικό, зуби (zúbi) (1)
- σλοβακικά : zub (sk) αρσενικό, zuby
- σουαχίλι : jino (sw) , meno (5/6) (1)
- σουηδικά : tand (sv) κοινό (1,2)
- ταϊλανδικά : กราม (th) (graam), ฟันกราม (fan graam), ทันต์ (than dtà, ') (1); ฟัน (fan) (1,2,3)
- τουρκικά : diş (tr) , dişler (1)
- φινλανδικά : hammas (fi) (1,2,3)
- Πρότυπο:vmb : dirra (vmb)
- οτζίμπουε : -bid (oj) , -bidan
- τοκ πίσιν : tis (tpi) (1)
- Tupinamba (Τουπιναμπά): ãîa (t-) (1)
|