φιλοδώρημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φιλοδώρημα | φιλοδωρήματα |
| γενική | φιλοδωρήματος | φιλοδωρημάτων |
| αιτιατική | φιλοδώρημα | φιλοδωρήματα |
| κλητική | φιλοδώρημα | φιλοδωρήματα |
Ετυμολογία [
]
- φιλοδώρημα < από το φιλοδωρώ.
Ουσιαστικό [
]
φιλοδώρημα ουδέτερο (πληθυντικός φιλοδωρήματα)
- Μικρό χρηματικό δώρο που δίνουμε σε κάποιον που φέρνει ένα λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά.