φυτόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυτόν < αρχαία ελληνική φυτόν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυτόν ουδέτερο

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυτόν < φύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυτόν

  1. αυτό που φύεται από τη γη σε αντιδιαστολή προς τα ζώα, το φυτό
    φυτῶν ὄρχατοι (δενδρόκηποι)
    τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς (τον ανάθρεψα σαν δέντρο σε ψηλά αλώνια)
    φυτά ἀμπέλων
  2. γενικά τα πλάσματα της δημιουργίας, οι απόγονοι, τα βλαστάρια, το γέννημα
    εἴ τις ἐμὲ καὶ σὲ καὶ τἆλλα φυτὰ (Πλάτωνας -Σοφιστής)
    γυναῖκες,.... ἀθλιώτατον φυτόν (οι γυναίκες ...είμαστε τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα -Μήδεια)
    εἶτ᾽ οὐ περίεργόν ἐστιν ἄνθρωπος φυτόν
    Χαρίτων φυτόν
    ...φυτόν οὐράνιον (ο άνθρωπος είναι φυτό που έχει τις ρίζες του στον ουρανό, είναι γέννημα του ουρανού)

Open book 01.svg Επίθετο[]

φυτόν

  1. το ουδέτερο του επιθέτου φυτός, φυτή, φυτόν
  2. το ξύλινο γλυπτό
  3. αυτό που είναι δημιουργημα φυσικό, γέννημα της φύσης, όχι τεχνητό
  4. το γόνιμο