φυτόν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φυτόν < αρχαία ελληνική φυτόν
Ουσιαστικό [
]
φυτόν ουδέτερο
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- φυτόν < φύω
Ουσιαστικό [
]
φυτόν
- αυτό που φύεται από τη γη σε αντιδιαστολή προς τα ζώα, το φυτό
- φυτῶν ὄρχατοι (δενδρόκηποι)
- τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς (τον ανάθρεψα σαν δέντρο σε ψηλά αλώνια)
- φυτά ἀμπέλων
- γενικά τα πλάσματα της δημιουργίας, οι απόγονοι, τα βλαστάρια, το γέννημα
- εἴ τις ἐμὲ καὶ σὲ καὶ τἆλλα φυτὰ (Πλάτωνας -Σοφιστής)
- γυναῖκες,.... ἀθλιώτατον φυτόν (οι γυναίκες ...είμαστε τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα -Μήδεια)
- εἶτ᾽ οὐ περίεργόν ἐστιν ἄνθρωπος φυτόν
- Χαρίτων φυτόν
- ...φυτόν οὐράνιον (ο άνθρωπος είναι φυτό που έχει τις ρίζες του στον ουρανό, είναι γέννημα του ουρανού)
Επίθετο [
]
φυτόν