χεριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χεριά χεριές
γενική χεριάς χεριών
αιτιατική χεριά χεριές
κλητική χεριά χεριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χεριά < μεσαιωνική ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χεριά θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο και μάλλον παρωχημένο) μια αρμαθιάχεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
  2. (λαογραφία) τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών
    Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
  3. (λαογραφία) τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
  4. (ιδιωματικό) ξυλιά
    Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό


32πχ Μεταφράσεις[]