χιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιασμός < ελληνιστική κοινή χιασμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιασμός αρσενικό

  1. η διαγώνια τοποθέτηση, ο σχηματισμός του Χ, το αποτέλεσμα του χιάζω, η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί το γράμμα Χ ως σύμβολο ή για άλλους λόγους
  2. το χίασμα, η διασταύρωση σε σχήμα χιαστί νεύρων ή άλλων ανατομικών στοιχείων στο ανθρώπινο σώμα (όπως το οπτικό χίασμα, το σημείο του εγκεφάλου όπου εν μέρει διασταυρώνονται τα οπτικά νεύρα)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιασμός < από το γράμμα Χ


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιασμός αρσενικό
  1. ο σχηματισμός διαγωνίων σε ένα παραλληλόγραμμο σχήμα ή γενικά ο σχηματισμός του Χ για διάφορους λόγους συνήθως για επισήμανση λάθους ή για την ακύρωση εγγράφου σχηματίζοτας διαγωνίους στη σελίδα του
  2. ρητορικό σχήμα "κατά χιασμόν", όταν η πρώτη φράση συνδέεται με την τέταρτη και η δεύτερη με την τρίτη (σχήμα χιαστόν)
  3. η δημιουργία σκιών στη ζωγραφική