χωρητικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωρητικότητα χωρητικότητες
γενική χωρητικότητας χωρητικοτήτων
αιτιατική χωρητικότητα χωρητικότητες
κλητική χωρητικότητα χωρητικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χωρητικότητα < μεταγενέστερη ελληνική χωρητικός < χώρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χωρητικότητα θηλυκό, (καθαρεύουσα) χωρητικότης, της χωρητικότητος

  1. (φυσική), (μαθηματικά), (μηχανολογία): ο εσωτερικός όγκος των κοίλων σωμάτων
  2. η περιεκτικότητα των κοίλων σωμάτων
  3. η μέγιστη δυνατότητα αποθήκευσης, ή διέλευσης, ή εξυπηρέτησης φορτίων σ΄ ένα χώρο

32πχ Μεταφράσεις[]