ψήφιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψήφιση -
γενική ψήφισης -
αιτιατική ψήφιση -
κλητική ψήφιση -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψήφιση < αρχαία ελληνική ψήφισις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψήφιση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ψηφίζω, η διαδικασία και το αποτέλεσμά της
    η κυβέρνηση θα φέρει το νομοσχέδιο προς ψήφιση στη βουλή

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]