ψήφιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ψήφιση < ψηφίζω
Ουσιαστικό [
]
ψήφιση θηλυκό
- η ενέργεια του ψηφίζω
- η κυβέρνηση θα φέρει το νομοσχέδιο προς ψήφιση στη βουλή
Μεταφράσεις [
]
ψήφιση