ὥρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- ὥρα < θέμα -ωρ
[
]
Ουσιαστικό
ὥρα θηλυκό
- εποχή του έτους
- ώρα, περίοδος χρονική
- ὥρα νυκτός
- αἱ ὧραι τῆς ἡμέρας
- τῆς ὥρας μικρὸν πρὸ δύντος ἡλίου (Ξενοφών)
- τὰ δυώδεκα μέρεα τῆς ἡμέρης παρὰ Βαβυλωνίων ἔμαθον οἱ Ἕλληνες (Ηρόδοτος)
- η κατάλληλη στιγμή για κάτι
- ώρα καθεύδειν (για ύπνο)/ώρα ἀπιέναι (ώρα να πηγαίνουμε), ώρα γάμου