ὥρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὤρα, ώρα

Πίνακας περιεχομένων

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ὥρα < θέμα -ωρ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ὥρα θηλυκό

  1. εποχή του έτους
  2. ώρα, περίοδος χρονική
    ὥρα νυκτός
    αἱ ὧραι τῆς ἡμέρας
    τῆς ὥρας μικρὸν πρὸ δύντος ἡλίου (Ξενοφών)
    τὰ δυώδεκα μέρεα τῆς ἡμέρης παρὰ Βαβυλωνίων ἔμαθον οἱ Ἕλληνες (Ηρόδοτος)
  3. η κατάλληλη στιγμή για κάτι
    ώρα καθεύδειν (για ύπνο)/ώρα ἀπιέναι (ώρα να πηγαίνουμε), ώρα γάμου

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες