κατάλληλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κατάλληλος κατάλληλη κατάλληλο
γενική κατάλληλου κατάλληλης κατάλληλου
αιτιατική κατάλληλο κατάλληλη κατάλληλο
κλητική κατάλληλε κατάλληλη κατάλληλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατάλληλοι κατάλληλες κατάλληλα
γενική κατάλληλων κατάλληλων κατάλληλων
αιτιατική κατάλληλους κατάλληλες κατάλληλα
κλητική κατάλληλοι κατάλληλες κατάλληλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάλληλος < αρχαία ελληνική κατάλληλος < κατά + ἀλλήλων < ἄλλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈta.li.lɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ka.ˈta.li.li/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ka.ˈta.li.lɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κατάλληλος, -η, -ο

  1. που έχει τα απαραίτητα προσόντα, που πληροί τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες ανάγκες και να επιφέρει θετικό αποτέλεσμα
  2. που εξυπηρετεί ή αρμόζει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση : ο άνθρωπος που έχει τις ικανότητες (επαγγεματικές, συνήθως) που χρειάζονται για κάποιο σκοπό

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]