Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αράχωβα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αράχωβα οι Αράχωβες
      γενική της Αράχωβας
& Αραχώβης
    αιτιατική την Αράχωβα τις Αράχωβες
     κλητική Αράχωβα Αράχωβες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αράχωβα <  δείτε τη λέξη Αράχοβα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈɾa.xo.va/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αράχωβα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αράχωβα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Αράχωβα < γενική ενικού του αρσενικού Αράχωβας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αράχωβα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Αράχωβας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]