Βίκυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Βίκη, βίκι, βίκοι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Βίκυ
      γενική της Βίκυς
    αιτιατική τη Βίκυ
     κλητική Βίκυ
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βίκυ: αγγλική Vicky, υποκοριστικό του Victoria < λατινικά Victoria < victoria < victor < vinco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyk- (νικώ, καταβάλλω)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βίκυ θηλυκό

  • γυναικείο όνομα
    ※  Στο μεταξύ, ελεύθεροι αφέθηκαν οι τέσσερις σωφρονιστικοί υπάλληλοι που εκτελούσαν σε βάρδιες τη φύλαξη της Βίκυς (...), οι οποίοι είχαν συλληφθεί. (* εφημερίδα Καθημερινή)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]