Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βηρυτιάς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Βηρυτιάς αἱ Βηρυτιάδες
      γενική τῆς Βηρυτιάδος τῶν Βηρυτιάδων
      δοτική τῇ Βηρυτιάδ ταῖς Βηρυτιάσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν Βηρυτιάδ τὰς Βηρυτιάδᾰς
     κλητική ! Βηρυτιάς Βηρυτιάδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Βηρυτιάδε
γεν-δοτ τοῖν  Βηρυτιάδοιν
Με βραχύ άλφα στο θέμα -άς, -άδος.
3η κλίση, Κατηγορία 'δεκάς' όπως «δεκάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βηρυτιάς < Βηρυτός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Βηρυτιάς θηλυκό