Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κάλλιον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κάλλιον, κάλιο, κάλλιο, Κάλλιο

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κάλλιον < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Κάλλιον
      γενική τοῦ Καλλίου
      δοτική τῷ Καλλί
    αιτιατική τὸ Κάλλιον
     κλητική ! Κάλλιον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Κάλλιον ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. πόλη της Αιτωλίας, η Καλλίπολις
  2. για το δικαστήριο  δείτε τη λέξη κάλλιον

Κύριο όνομα 2

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική /τὸ Κάλλιον
      γενική τῆς/τοῦ Καλλίου
      δοτική τῇ/τῷ Καλλί
    αιτιατική τὴν/τὸ Κάλλιον
     κλητική ! Κάλλιον
Θηλυκό ή ουδέτερο. Δεν μαρτυρείται πληθυντικός.
Συνήθως, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητικού ενικού.
2η κλίση, Κατηγορία 'Γλυκέριον' όπως «Γλυκέριον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Κάλλιον θηλυκό ή ουδέτερο