Μετάβαση στο περιεχόμενο

Στενόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Στενόν τὰ Στενά
      γενική τοῦ Στενοῦ τῶν Στενῶν
      δοτική τῷ Στεν τοῖς Στενοῖς
    αιτιατική τὸ Στενόν τὰ Στενά
     κλητική ! Στενόν Στενά
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'φυτόν' όπως «φυτόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Στενόν <  δείτε τις λέξεις στενόν και στενός

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στενόν ουδέτερο (καθαρεύουσα)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]