Μετάβαση στο περιεχόμενο

Στρούζα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈstɾu.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Στρούζα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Στρούζα
      γενική της Στρούζας
    αιτιατική τη Στρούζα
     κλητική Στρούζα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Στρούζα < σλαβικής προέλευσης  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στρούζα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Στρούζα < γενική ενικού του αρσενικού Στρούζας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στρούζα θηλυκό άκλιτο

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Στρούζα αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ Α 206, 28 Σεπτεμβρίου 1927 (λήψη αρχείου PDF)