Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τουλούζη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Τουλούζη
      γενική της Τουλούζης
    αιτιατική την Τουλούζη
     κλητική Τουλούζη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τουλούζη < (άμεσο δάνειο) γαλλική Toulouse (στην οξιτανική γλώσσα Tolosa) +

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τουλούζη θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]