Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαροκόπειο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Χαροκόπειος, Χαροκόπος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Χαροκόπειο τα Χαροκόπεια
      γενική του Χαροκόπειου
& Χαροκοπείου
των Χαροκόπειων
& Χαροκοπείων
    αιτιατική το Χαροκόπειο τα Χαροκόπεια
     κλητική Χαροκόπειο Χαροκόπεια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαροκόπειο < από το επώνυμο του δωρητή Χαροκόπ(ος) + -ειο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.ɾoˈko.pi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Χαροκόπειο

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαροκόπειο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]