άγρευμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άγρευμα < αρχαία ελληνική ἄγρευμα < ἀγρεύω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άγρευμα ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άγρευμα
|
|
άγρευμα ουδέτερο
|
|