άχνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | άχνη | οι | άχνες |
| γενική | της | άχνης | των | αχνών |
| αιτιατική | την | άχνη | τις | άχνες |
| κλητική | άχνη | άχνες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άχνη < αρχαία ελληνική ἄχνη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άχνη θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (παρωχημένο) άχνα
- (για υλικό) πάρα πολύ λεπτή σκόνη
- (ειδικότερα) ζάχαρη άχνη, ψιλοτριμμένη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, συνήθως με μικρό ποσοστό αμύλου
Στο τέλος πασπαλίζουμε τους κουραμπιέδες με άχνη.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- πούδρα (συγκριτικά δημωδέστερο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ζάχαρη άχνη
|
Πηγές
[επεξεργασία]- άχνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- άχνη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- άχνη - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας