άχνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αχνή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άχνη άχνες
γενική άχνης αχνών
αιτιατική άχνη άχνες
κλητική άχνη άχνες

δημώδης πληθυντικός υπάρχει μόνο όταν συγκρίνουμε ποιοτικά διαφορετικής σύνθεσης-ποικιλίας άχνη/-ες, πχ. διαφορετικής ποικιλίας ζάχαρη κτλ., επισήμως (επίσημος λόγος) μόνο ο ενικός χρησιμοποιείται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άχνη < αρχαία ελληνική ἄχνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άχνη θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (παρωχημένο) άχνα
  2. (για υλικό) πάρα πολύ λεπτή σκόνη
  3. (ειδικότερα) ζάχαρη άχνη, ψιλοτριμμένη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, συνήθως με μικρό ποσοστό αμύλου
    στο τέλος πασπαλίζουμε τους κουραμπιέδες με άχνη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]