άχνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | άχνα | οι | άχνες |
| γενική | της | άχνας | — | |
| αιτιατική | την | άχνα | τις | άχνες |
| κλητική | άχνα | άχνες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άχνα < μεσαιωνική ελληνική άχνα < αρχαία ελληνική ἄχνη / (δωρικός τύπος ) ἄχνα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άχνα θηλυκό
- ο ατμός, ο αχνός
- η πνοή, η αναπνοή, το χνότο
- ※ σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- ο ψίθυρος
Επιφώνημα
[επεξεργασία]άχνα!
- τσιμουδιά!, μη μιλάς