αβγοπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο αβγοπόλεμος οι αβγοπόλεμοι
γενική του αβγοπόλεμου των αβγοπόλεμων
αιτιατική τον αβγοπόλεμο τους αβγοπόλεμους
κλητική αβγοπόλεμε αβγοπόλεμοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβγοπόλεμος < αβγ(ό) + -ο- + πόλεμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβγοπόλεμος αρσενικό

  1. πόλεμος που επιχειρείται με αβγά
  2. παραδοσιακό αναστάσιμο έθιμο του Πόντου που έχει μεταφερθεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]