αγαθοδοξία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγαθοδοξία θηλυκό
- η έμφυτη αισιοδοξία, η ελπίδα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγαθοδοξία
|
|
αγαθοδοξία θηλυκό
|
|