αισιοδοξία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αισιοδοξία < αισιόδοξ(ος) + -ία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αισιοδοξία θηλυκό
- θετικό αίσθημα που δίνει την εντύπωση ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα έχουν καλό (αίσιο) τέλος
- ※ Αν το δούμε αλλιώς, πιο θεωρητικά, ο οπαδός είναι ένας γνήσιος γκραμσιανός. Διαθέτει «αισιοδοξία της βούλησης»: δεν έχουμε λεφτά, ούτε παιχταράδες, η ομάδα σέρνεται (απαισιοδοξία της γνώσης), αλλά θα νικήσουμε γιατί έχουμε καρδιά (υγιής βολονταρισμός). (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθηναϊκού, εκδ. Καστανιώτη, 2010)