αγκίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγκίδα | οι | αγκίδες |
| γενική | της | αγκίδας | των | αγκίδων |
| αιτιατική | την | αγκίδα | τις | αγκίδες |
| κλητική | αγκίδα | αγκίδες | ||
| Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγκίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκίδα < αρχαία ελληνική ἀκίς[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋˈgi.ða/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γκί‐δα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγκίδα θηλυκό
- ακίδα φυτικής προέλευσης (κομμάτι ξύλου ή αγκαθιού)
Καθώς σκάλιζε το παλιό ξύλινο τραπέζι χωρίς γάντια, μια λεπτή αγκίδα μπήκε βαθιά κάτω από το νύχι του.
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγκίδα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγκίδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)