αγκύλωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγκύλωμα < αγκυλώ(νω) + -μα (διαφορετικό από το ἀγκύλωμα)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋˈɟi.lo.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γκύ‐λω‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγκύλωμα ουδέτερο
- τρύπημα με αιχμηρό αντικείμενο, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αγκυλώνω
- (μεταφορικά) στασιμότητα
- ※ Ενας νέος τρόπος ζωής φιλοειρηνικός, ενάντιος στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ανοιχτός στην πολυπολιτισμικότητα, στην επιστροφή στη Φύση, στο σπάσιμο κάθε είδους "αγκυλώματος" της καθεστηκυίας τάξης των 60's!
- Μαριάννα Καραβασίλη, Χίπισσες τρελογιαγιάδες!, ideostrovilos.gr, 31 Δεκεμβρίου 2020
- ※ Ενας νέος τρόπος ζωής φιλοειρηνικός, ενάντιος στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ανοιχτός στην πολυπολιτισμικότητα, στην επιστροφή στη Φύση, στο σπάσιμο κάθε είδους "αγκυλώματος" της καθεστηκυίας τάξης των 60's!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγκύλωμα
|
→ δείτε τις λέξεις τρύπημα και στασιμότητα |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγκύλωμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγκύλωμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)