αγρολήπτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγρολήπτρια < αγρολήπτης + -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγρολήπτρια θηλυκό
- (νομικός όρος) θηλυκό του αγρολήπτης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγρολήπτρια
|
|