αγρολήπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγρολήπτης οι αγρολήπτες
      γενική του αγρολήπτη των αγροληπτών
    αιτιατική τον αγρολήπτη τους αγρολήπτες
     κλητική αγρολήπτη αγρολήπτες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγρολήπτης < αγρο- (< αγρός) + -λήπτης (< λαμβάνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγρολήπτης αρσενικό (θηλυκό: αγρολήπτρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]