αδερφοδιώχτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδερφοδιώχτης < αδερφός + διώκτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδερφοδιώχτης αρσενικό

  1. αυτός που καταδιώκει τα ίδια τα αδέρφια του (ή τους συμπατριώτες του, συνταυτιζόμενος με τον εχθρό)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]