αδυνατότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδυνατότητα αδυνατότητες
γενική αδυνατότητας αδυνατοτήτων
αιτιατική αδυνατότητα αδυνατότητες
κλητική αδυνατότητα αδυνατότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδυνατότητα < α- + δυνατότητα < δυνατός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδυνατότητα θηλυκό

  • η έλλειψη δυνατότητας
    Είναι αυτό το κενό, η απόσταση ανάμεσα στη ροή των γεγονότων και την ποιητική μετουσίωσή τους, αυτή η αδυνατότητα μιας συνολικής καταγραφής της πραγματικότητας που θεματοποιείται από τον Αρβανίτη. (*)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]