Μετάβαση στο περιεχόμενο

αερέλκυθρο

Από Βικιλεξικό

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αερέλκυθρο τα αερέλκυθρα
      γενική του αερέλκυθρου των αερέλκυθρων
    αιτιατική το αερέλκυθρο τα αερέλκυθρα
     κλητική αερέλκυθρο αερέλκυθρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αερέλκυθρο < αερ- + έλκυθρο  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αερέλκυθρο ουδέτερο

  • (τεχνολογία) πεδιλοφόρο όχημα που κινείται στο χιόνι η στον πάγο, με τη βοήθεια ελικοφόρου κινητήρα, ιδιαίτερα διαδεδομένο στις βόρειες χώρες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]