αερέλκυθρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερέλκυθρο αερέλκυθρα
γενική αερελκύθρου αερελκύθρων
αιτιατική αερέλκυθρο αερέλκυθρα
κλητική αερέλκυθρο αερέλκυθρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερέλκυθρο < αήρ + έλκυθρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερέλκυθρο ουδέτερο

  • (τεχνολογία): πεδιλοφόρο όχημα που κινείται στο χιόνι η στον πάγο, με τη βοήθεια ελικοφόρου κινητήρα, ιδια'ιτερα διαδεδομένο στις βόρειες χώρες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]