ακροφύσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροφύσιο ακροφύσια
γενική ακροφυσίου ακροφυσίων
αιτιατική ακροφύσιο ακροφύσια
κλητική ακροφύσιο ακροφύσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροφύσιο < άκρο + φύση + -ιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροφύσιο ουδέτερο

  • (τεχνολογία): κωνικό (ή μη κωνικό) μεταλλικό άκρο σωλήνα για στόχευση και αύξηση της πίεσης του εκτοξευόμενου υλικού ή για ελάττωση της πίεσης σε κλίβανο-καζάνι-δοχείο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]