ακτινομετρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτινομετρία οι ακτινομετρίες
      γενική της ακτινομετρίας των ακτινομετριών
    αιτιατική την ακτινομετρία τις ακτινομετρίες
     κλητική ακτινομετρία ακτινομετρίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτινομετρία < ακτίνα + -μετρία < (μετρώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτινομετρία θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) συνηθέστερα η μέτρηση της ηλιακής ακτινοβολίας
  2. (φυσική) ανίχνευση και μέτρηση ακτινοβολούμενης ενέργειας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]