αλευροβιομήχανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευροβιομήχανος αλευροβιομήχανοι
γενική αλευροβιομηχάνου αλευροβιομηχάνων
αιτιατική αλευροβιομήχανο αλευροβιομηχάνους
κλητική αλευροβιομήχανε αλευροβιομήχανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροβιομήχανος < αλευροβιομηχανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροβιομήχανος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας
  2. ο βιομήχανος παραγωγής αλεύρων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]