Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλληλοκατανόηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλοκατανόηση οι αλληλοκατανοήσεις
      γενική της αλληλοκατανόησης* των αλληλοκατανοήσεων
    αιτιατική την αλληλοκατανόηση τις αλληλοκατανοήσεις
     κλητική αλληλοκατανόηση αλληλοκατανοήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αλληλοκατανοήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλληλοκατανόηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀλληλοκατανόησις + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε αλληλο- + κατανόηση.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.li.lo.ka.taˈno.i.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλληλοκατανόηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλληλοκατανόηση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]