αλουμινάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλουμινάς < αλουμίνιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλουμινάς αρσενικό

  1. ο έμπορος ή κατασκευαστής ειδών από αλουμίνιο
  2. (ειδικότερα) τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή και τοποθέτηση κουφωμάτων από αλουμίνιο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]