αλυσοτροχός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλυσοτροχός < αλυσίδα + τροχός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλυσοτροχός αρσενικό

  1. (μηχανολογία): οδοντωτός τροχός μετάδοσης κίνησης με αλυσίδα
    αλυσοτροχός εκκεντροφόρου, αλυσοτροχός στροφαλοφόρου κ.ά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]