αμάν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμάν < τουρκική aman (έλεος, φιλοξενία, κατάλυμα) < αραβική امان (aman, ηρεμία, ειρήνη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈman/

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

αμάν

  • όλα τα παραδείγματα για τις διάφορες χρήσεις του αμάν διαμείβονται μεταξύ άντρα και γυναίκας που βρίσκονται καθοδόν για το εξοχικό με το ΙΧ τους
  1. (δυσάρεστη έκληξη/στεναχώρια)
    (η γ -> τον α) Αμάν! Ξέχασα τα κλειδιά. Γυρνάμε πίσω...
  2. (δυσαρέσκεια/αποδοκιμασία)
    (ο α -> τη γ) Αμάν βρε παιδάκι μου! Πού τό 'χεις το μυαλό σου;
  3. (απόγνωση)
    (ο α μονολογώντας) Αμάν τι πάθαμε... Θα μείνουμε από βενζίνη...
  4. (αγανάκτηση)
    (ο α -> τη γ) Αμάν! βρε γυναικα... Κάτσε επιτέλους ήσυχη! Με ζάλισες πια...
  5. (θαυμασμό/χαρά)
    (η γ μονολογώντας) Αμάν τι όμορφα που είναι εδώ την άνοιξη. Το καλοκαίρι είναι όλα κίτρινα...
  6. (ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία)
    (η γ ξεσπώντας) Ουφ αμάν... Επιτέλους φτάσαμε!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

κάποιος κάνει αμάν γιά κάτι: (λέω υποτιμητικά) πως λαχταράει, θέλει κάτι πολύ (συνήθως πρόκειται για κάτι που είτε δεν του δίνεται η ευκαιρία, ή του φτάνουν τα λεφτά για να το απολαμβάνει συχνά).
Κάνει αμάν για προβολή στα ΜΜΕ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Τα κάνει κρα, ψοφάει, τρελαίνεται μπορούν όλα να χρησιμοποιηθούν στο παραπάνω παράδειγμα. Με κάποιες διαφορές: κάνει κρα σημαίνει το θέλει μεν, αλλά δεν το αποκτάει. Τα ψοφάω και τρελαίνομαι χρησιμοποιούνται και στο α΄ πρόσωπο (ενικού/πληθυντικού) με την έννοια του μου αρέσει πάρα πολύ, και τότε η δήλωση είναι άκρως σοβαρή: π.χ. ψοφάω για ροκ, τρελαίνομαι για κόκα-κόλα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]