αναβαθμίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναβαθμίδα θηλυκό
- οριζόντια διαμόρφωση πλαγιάς βουνού, ή λόφου, ώστε να γίνει κατάλληλη έτσι για καλλιέργεια, ιδιαίτερα διαδεδομένη στη νησιωτική Ελλάδα
- ※ ο εγκιβωτισμός του ποταμού Γιαννακάκη και η συνακόλουθη δημιουργία αναβαθμίδων προσέφερε αρκετά ομαλό χώρο στην είσοδο των σπηλαίων, καθιστώντας τα έτσι ιδανικούς χώρους εγκατάστασης (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, 2002, Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 28)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- σκαλοπάτι
- χαλί (ναξιακή διάλεκτο)
- πεζούλα (κρητική και ναξιακή διάλεκτο)
- ζαγάδα (Ορεινή Ναυπακτία)
- λοφοβαθμίδα
- βουνοβαθμίδα