ανθότυρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθότυρο ανθότυρα
γενική ανθότυρου ανθότυρων
αιτιατική ανθότυρο ανθότυρα
κλητική ανθότυρο ανθότυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθότυρο < μεσαιωνική ελληνική ἀθότυρο μετά από λόγια επέμβαση που αποκατέστησε το χαμένο ν στο συνθετικό ἄθος και ἀθθός και ἀθός (που συνυπήρξε στο μεσαίωνα με το ἄνθος αλλά όχι για τα τυροκομικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθότυρο ουδέτερο

  • είδος μαλακού και ανάλατου τυριού -μερικοί παρασκευαστές βάζουν και λίγο αλάτι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]